Print
Category: Άρθρα

Τι είναι όμως αυτό που κάνει το βιβλίο, που η Tartt χρειάστηκε δέκα χρόνια να ολοκληρώσει τόσο ενδιαφέρον;

Ξεκινώντας την ιστορία με έναν πρόλογο, τεχνική που χρησιμοποιεί η συγγραφέας και στο δεύτερο μυθιστόρημά της «Ο μικρός φίλος», μαθαίνουμε για τον επικείμενο φόνο και περιμένουμε να δούμε πως και γιατί άτομα τόσο νεαρής ηλικίας μπορούν να φτάσουν  σε τέτοιο σημείο. Η προοικονομία της Ταρττ, που μας αποκαλύπτει από την αρχή το μυστικό της παρέας, βάζει κατευθείαν τον αναγνώστη στην πλοκή του βιβλίου και του κινεί την περιέργεια –τεχνική ενδεδειγμένη κυρίως λόγω του όγκου του βιβλίου-. Περιμένουμε λοιπόν την κορύφωση.

Η κλειστή παρέα των πρωταγωνιστών ζει σε έναν δικό της κόσμο. Απομονωμένοι από τον κοινωνικό τους περίγυρο με μοναδική επιρροή τις διδασκαλίες του καθηγητή Τζούλιαν Μόροου ζουν μια φανταστική πραγματικότητα βρίσκοντας στην ουσία εκεί το σκοπό της ύπαρξης τους.- Η ίδια η συγγραφέας έχει αναφερθεί στην επιρροή της «μυστικής ιστορίας» από την παιδική λογοτεχνία, όπως τον Πήτερ Παν, τη Μαίρη Πόπινς και τα μυθιστορήματα της Blyton, όπου τα παιδιά ζουν σε έναν δικό τους κόσμο.-   Ο Ρίτσαρντ, που προσποιείται ότι κατάγεται από πλούσια οικογένεια προκειμένου να γίνει αποδεκτός από τους φίλους του, ο έξυπνος καθοδηγητής της ομάδας Χένρυ, τα δίδυμα Τσάρλς και Καμίλα, που έχουν ερωτική σχέση, ο εύθραυστος και λεπτεπίλεπτος Φράνσις και  λιγότερο ο  Μπάνυ δείχνουν να έχουν αναπτύξει έναν δικό τους κώδικα επικοινωνίας, περνούν τις περισσότερες ώρες με συζητήσεις φιλοσοφικού περιεχομένου θεωρώντας πως δε χρειάζονται κανέναν άλλο εκτός από την ομάδα και τον καθηγητή τους. Παρόλα’ αυτά πρόκειται για στάσιμα άτομα. Ενώ θα περίμενε κανείς οι συζητήσεις, τα μαθήματά, ακόμα και ο φόνος  να τους αλλάξει αυτοί παραμένουν χαρακτήρες μη εξελίξιμοι. Ο αναγνώστης απλά μαθαίνει περισσότερα στοιχεία για αυτούς κατά τη διάρκεια της πλοκής.

Το μάθημα του καθηγητή που μπορεί να μεταφέρει τους μαθητές του σε έναν άλλο κόσμο, μαγικό, είναι ένα στοιχείο που κάθε αναγνώστης  θα ήθελε να είχε ζήσει στα σχολικά/φοιτητικά του χρόνια. Στο σημείο αυτό διαφαίνεται και η δύναμη της εκπαίδευσης. Αξιοπερίεργο πάντως παραμένει πως η ίδια αυτή η επιρροή ήταν αυτή που έφτασε τα πράγματα σε τέτοια κατάληξη –στο φόνο. Ο καθηγητής που έλεγε ότι βαριόταν τους μαθητές του, επειδή γνώριζε εκ των προτέρων τις επόμενες κινήσεις τους έρχεται προ εκπλήξεως με τη δράση τελικά των παιδιών και φέρει και αυτός μερίδιο της ευθύνης για τη δράση τους. Τους έκλεισε σε έναν κλειστό κύκλο, τους απέκλεισε από τη σφαιρική γνώση, καθώς δεν τους επέτρεπε να παρακολουθούν άλλα μαθήματα πέρα από το δικό του με αποτέλεσμα να έχει την αποκλειστική εξουσία πάνω τους. Και ο ίδιος όμως δε συνέδεσε τη γνώση με την ηθική,  αφού οι μαθητές του δε δείχνουν καν να έχουν τύψεις για τις δολοφονίες, παρά μόνο φόβο για τυχόν αποκάλυψή τους. Εύλογη λοιπόν η απομυθοποίησή του από την Ταρττ όταν επιλέγει να παραιτηθεί από το κολέγιο φοβούμενος την εμπλοκή του στις δολοφονίες. Με τη φυγή του η παρέα χάνει το μοναδικό της στήριγμα και σιγά σιγά διαλύεται. Παρόλα’ αυτά ο χαρακτήρας του καθηγητή και κυρίως το μάθημά του δεν αναλύονται επαρκώς από την Ταρττ, ώστε ο αναγνώστης να συλλάβει αυτό το «μαγικό κόσμο» του μαθήματός του, να δικαιολογήσει σαν αποτέλεσμα την εμμονή των φοιτητών στην παρακολούθησή του και κυρίως να καταλάβει το μέγεθος της επιρροής πάνω τους, γεγονός που τους οδήγησε σε αυτές τις ενέργειες.

 

Ίρις Βατσέλλα