Print
Category: Άρθρα


Το πρώτο μυθιστόρημα της τριλογίας, ο «Στίλλερ», γράφτηκε το 1954. Ο ελβετός γλύπτης Ανατόλ Στίλλερ επιθυμεί να ξεφύγει από τον εαυτό του και την μέχρι τώρα συντηρητική του ζωή καθώς και από τις σχέσεις του με το άλλο φύλλο, που θα τις χαρακτήριζε κανείς μάλλον ως συμβατικές. Για το λόγο αυτό φεύγει για την Αμερική. Μετά από 6 χρόνια συλλαμβάνεται στα ελβετικά σύνορα κάποιος Tζέημς Γουάιτ, διότι έχει στην κατοχή του πλαστό διαβατήριο. Ενώ όλοι οι παλιοί γνώριμοι του Στίλλερ τον αναγνωρίζουν ως το γνωστό γλύπτη, ακόμα και η γυναίκα του, εκείνος αρνείται επίμονα την ταυτότητά του. Η μοντέρνα κοινωνία δεν επιτρέπει στον Στίλλερ να ξεφύγει από τον εαυτό του και του επιβάλλει τον ρόλο που εκείνη θέλει. Στο τέλος η γυναίκα του Στίλλερ αποβιώνει και ο ίδιος ζει απομονωμένος.

Στο δεύτερο μυθιστόρημα, «Homo faber» (1957), ο πρωταγωνιστής είναι ένας τεχνοκράτης, επιτυχημένος μηχανικός, ο οποίος ζει πλήρως συμβιβασμένος με την ορθολογική κοινωνία. Σε κάποιο ταξίδι θα ερωτευθεί, χωρίς να το γνωρίζει την κόρη του, η οποία είναι το αντίθετο από εκείνο που αυτός αντιπροσωπεύει, διότι θα του θυμίσει έναν νεανικό του έρωτα, τη Χάννα. Στο τέλος και μάλιστα λίγο πριν πεθάνει, θα ξανασυναντηθεί με τη Χάννα και θα έρθει αντιμέτωπος με την μέχρι τώρα ζωή του.

Το τρίτο μυθιστόρημα, «Και το όνομά μου, ας είναι Γκαντενμπάιν» (1964), πραγματεύεται τις εμπειρίες του πρωταγωνιστή, ο οποίος εμφανίζεται σε τρεις διαφορετικούς ρόλους. Ο πρωταγωνιστής εναλλάσσεται, παίρνοντας τη μία το ρόλο ενός γραμματιζούμενου ανθρώπου 41 ετών (Έντερλιν), ο οποίος διατηρεί σχέση με την ηθοποιό Λίλα, που όμως είναι παντρεμένη με τον Σβόμποντα, την άλλη το ρόλο ενός ζηλιάρη και προδομένου συζύγου, που είναι παντρεμένος με τη Λίλα (Σβόμποντα) και τέλος το ρόλο ενός άλλου άντρα, που είναι παντρεμένος με τη Λίλα και παριστάνει τον τυφλό και είναι ευτυχισμένος μέσα στο γάμο του, μέχρι που της αποκαλύπτει ότι στην πραγματικότητα δεν είναι τυφλός.

Η κεντρική θεματολογία και των τριών αυτών μυθιστορημάτων είναι η αναζήτηση της ταυτότητας καθώς και η επιβολή κάποιου ρόλου, υπό διαφορετικό πρίσμα κάθε φορά. Προκειμένου αυτό να γίνει πιο εύκολα αντιληπτό, θα ήταν καλό η θεματολογία αυτή να χωριστεί σε υποθέματα. Αρχικά λοιπόν ο Φρις θέτει ως βασικό ερώτημα, πώς φθάνει ένας άνθρωπος στην αυτογνωσία, πώς αναγνωρίζει και βρίσκει τον αληθινό του εαυτό. Όλοι οι πρωταγωνιστές υποφέρουν από κάποιο χάσμα μεταξύ του ενός εαυτού τους και του άλλου τους εαυτού. Δεν είναι ικανοποιημένοι με το «εγώ», αισθάνονται εγκλωβισμένοι σε αυτόν και προσπαθούν να ανακαλύψουν τον πραγματικό τους εαυτό, δηλαδή πώς θα ήθελαν να είναι (Στίλλερ και Γκαντενμπάιν) και όχι αυτό που περιμένουν οι άλλοι από αυτούς να είναι, ενώ στην περίπτωση του Homo faber, ο ίδιος ο πρωταγωνιστής επιβάλλει ένα συγκεκριμένο ρόλο στο εαυτό του και θα έρθει ακούσια αντιμέτωπος με το alter ego του. Το «εγώ» αποκαλύπτεται πάντοτε μέσα από τις φαντασιώσεις και τις επιθυμίες που εκφράζονται. Ο Στίλλερ και ο Γκάντενμπάιν πλάθουν φανταστικές ιστορίες, ενώ ο Βάλτερ Φάμπερ φαντασιώνεται τη σχέση του με την κόρη του ή την πρώην ερωμένη του. Η φυγή από τον «εαυτό τους» πραγματοποιείται πάντοτε είτε ως φυγή από την καθημερινότητα (επάγγελμα, κοινωνικές και ερωτικές σχέσεις) ή ως φυγή σε μία ξένη χώρα. Ο Στίλλερ φεύγει για την Αμερική και ο Βάλτερ Φάμπερ πραγματοποιεί ένα ταξίδι στην Ελλάδα.

Ως δεύτερο θέμα τίθεται από τον Φρις το χάσμα μεταξύ προσωπικής και κοινωνικής ταυτότητας ή πιο συγκεκριμένα το χάσμα μεταξύ το «εγώ» και του ρόλου που επιβάλλει στο «εγώ» η κοινωνία. Οι πρωταγωνιστές υποφέρουν κάθε φορά εξαιτίας της μη σύγκλισης μεταξύ των επιθυμιών τους και των κοινωνικών προτύπων που τους επιβάλλονται. Αυτό το χάσμα εκφράζεται κατά βάση μέσα από τις αντιθέσεις: αστός/καλλιτέχνης (Στίλλερ), τάξη/ αταξία ή φύση/τεχνολογία (Φάμπερ), ενώ στον Γκάντενμπάιν ο ίδιος ο πρωταγωνιστής αναλαμβάνει διαφορετικούς / αντιθετικούς κοινωνικούς ρόλους, παρόλο που κάθε φορά το «εγώ» παραμένει το ίδιο. Και πάλι είναι έντονο το μοτίβο της φυγής, αφού οι πρωταγωνιστές προσπαθούν να διαφύγουν από το επιβαλλόμενο κοινωνικό τους «εγώ» και τις κοινωνικές προκαταλήψεις και τα στερεότυπα και ταυτίζονται με τις φαντασιώσεις και τις επιθυμίες τους.

Η αναζήτηση του «εγώ» εκφράζεται στα μυθιστορήματα αυτά όμως και μέσα από τη σχέση μεταξύ ανδρών και γυναικών. Οι γυναίκες εκφράζουν την αυτογνωσία (τουλάχιστον στα μάτια των ανδρών). Γνωρίζουν τι επιθυμούν και ζητάνε από τον άντρα είτε την περιπέτεια (Λίλα), είτε την ασφάλεια (Χάννα, Γιούλικα). Επίσης χαρακτηριστικό τους είναι, ότι οι άντρες ποτέ δεν τις καταλαβαίνουν. Από την άλλοι οι άνδρες έχουν την ανάγκη να δείξουν ολοκληρωμένοι και αποδρούν από τις σχέσεις τους με τις γυναίκες, από φόβο μην εγκαταλείψουν κομμάτι του εαυτού τους. Από την άλλη έχουν την ανάγκη να καθορίσουν τις γυναίκες, με τις οποίες σχετίζονται και έτσι δημιουργούν οι ίδιοι μία εικόνα για αυτές. Αντιδρούν δηλαδή, ακριβώς αντίθετα από αυτό που επιθυμούν.

Τέλος σημαντικό ρόλο στην αυτογνωσία παίζει και ο θάνατος, ειδικά στην περίπτωση του Βάλτερ Φάμπερ. Με το θάνατο (είτε το δικό τους / Φάμπερ), είτε κάποιου άλλου (Στίλλερ) φθάνουν πιο κοντά στην αυτογνωσία.

Αν ήθελε τώρα κανείς να δει αναλυτικά αυτή τη διαρκή προσπάθεια των πρωταγωνιστών να φθάσουν στην αυτογνωσία, θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει τα παρακάτω για τον κάθε έναν ξεχωριστά.

Ο Στίλλερ έχει δύο προσωπικότητες. Από την μία ως Στίλλερ αποτυγχάνει ως καλλιτέχνης, αποτυγχάνει επίσης ως εθελοντής στον εμφύλιο πόλεμο στην Ισπανία και αποτυγχάνει και στη σχέση του με τη γυναίκα του Γιούλικα. Έτσι παίρνει εκούσια το ρόλο του Γουάιτ. Ο Στίλλερ χρησιμοποιεί τη μεταφορά του αγγέλου, για οιαδήποτε μορφή αλλαγής ρόλου. Ο Γουάιτ μπορεί να αναπτύξει το «εγώ» του και να το αντιληφθεί μετά από μία προσπάθεια που κάνει να αυτοκτονήσει και συνειδητοποιεί, πως πρέπει να κάνει μια νέα αρχή στη ζωή του, προκειμένου να ζήσει μια ολοκληρωμένη ζωή (περπατάει πάνω στο νερό για να μην πνιγεί). Αποδεικνύεται όμως ουτοπιστική η προσπάθεια να εγκαταλείψει την παλιά του ταυτότητα, αφού όλος ο περίγυρός του τον αναγκάζει να αποδεχθεί τον Στίλλερ όπως ήταν. Για το λόγο αυτό στο τέλος και μετά το θάνατο της Γιούλικα θα αποδεχθεί αυτό που είναι και θα ζήσει απομονωμένος, προκειμένου να μην κάνει τα ίδια λάθη. Ο Φρις εδώ έχει στηριχθεί απόλυτα στον Κierkegaard, που αναρωτιέται για τον ολοκληρωμένο άνθρωπο και που μόνο μέσα από μία πράξη εκούσια (πράξη ελευθερίας), μπορεί να φθάσει στην αυτογνωσία.

Ο Βάλτερ Φάμπερ από την άλλη είναι το αντίθετο του Στίλλερ. Ενώ ο Στίλλερ αναζητά τον εαυτό του ο Βάλτερ Φάμπερ είναι απόλυτος για την ταυτότητά του. Πρόκειται για έναν μη συναισθηματικό, ορθολογιστή τεχνοκράτη. O Homo faber θα έλεγε κανείς, πως είναι το αντίθετο του Homo ludens. O Φάμπερ καταπνίγει το alter ego του. Εκφράζει την απέχθειά του απέναντι σε κάθε τι φυσικό (ακόμα και για την σεξουαλικότητα). Ο ίδιος έχει δημιουργήσει μία εικόνα για τον εαυτό του, που μόνο το ταξίδι προς το θάνατο, θα μπορέσει να την ανατρέψει. Λίγο πριν το θάνατό του και μετά τον έρωτά του προς την κόρη του, αλλά και τη συνάντησή του με τη Χάννα, θα μπορέσει να αντιστραφεί αυτή η εικόνα (πόσο θυμίζει αυτό το σημείο το «Θάνατο στη Βενετία»). Ενώ ο Φάμπερ αποτυγχάνει να διατηρήσει το «εγώ» του, τουλάχιστον καταφέρνει έστω και στην ύστατη στιγμή να νιώσει το συναίσθημα της ολοκλήρωσης (σε αντίθεση φυσικά με τον Στίλλερ).

Τέλος η αναζήτηση του Γκάντενμπαιν είναι παρόμοια με εκείνη του Στίλλερ καθώς ψάχνει εκούσια για την ταυτότητά του. Ωστόσο ενώ ο Στίλλερ διαθέτει μία ταυτότητα από την οποία προσπαθεί να ξεφύγει, ο πρωταγωνιστής στο «Και το όνομά μου, ας είναι Γκάντενμπάιν», δε διαθέτει ταυτότητα, αλλά δημιουργεί εναλλαγές του «εγώ». Προσπαθεί όμως, όπως ο Στίλλερ, να ζήσει φανταστικές ιστορίες, ενώ όμως ψάχνει τον εαυτό του μέσα σε αυτές τις φαντασιώσεις, ο Στίλλερ τον ψάχνει πέραν αυτών. Όποτε όμως ξεφεύγει από αυτές αποτυγχάνει και αυτός, για παράδειγμα όταν ομολογεί πως δεν είναι τυφλός.

Ενώ λοιπόν προβάλλεται από τον Φρις ως τέλος η αποτυχία να ξεφύγει κανείς από κοινωνικούς ρόλους και να βρει τον εαυτό του, υπάρχει μόνο η λύση της απομόνωσης, του φανταστικού κόσμου και του θανάτου, που παρουσιάζονται τελικά ως πράξεις ελευθερίας και πραγματικής δυνατότητας να συμβιβαστεί ή να αναγνωρίσει κανείς τον εαυτό του.

  IΩΑΝΝΑ ΚΑΣΙΜΗ
Μάρτιος 2004